Αρχιμ. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου

Τη γνώση του εξής περιστατικού οφείλω στον ευλαβέστατο ιερέα π. Θησέα Κυπριώτη, Εφημέριο του Εθνικού Ιδρύματος Αναπήρων στα Ν. Λιόσια. Πιστεύω ότι πολλοί θα τον γνωρίζετε. Ο ιερέας αυτός, λόγω βαρύτατου ατυχήματος, νοσηλεύθηκε για ένα χρόνο και πλέον στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού πριν 25 χρόνια περίπου. Όταν τελικά συνήλθε κάπως – μερική αναπηρία του έμεινε δια βίου – και δεν μπορούσε να λειτουργεί, δεν επανήλθε στην προηγούμενη Ενορία του στην Κέρκυρα, αλλά αποφάσισε να μείνει οριστικά πλησίον των φίλων και «συναδέλφων» των αναπήρων.

Όταν λοιπόν ο π. Θησέας νοσηλευόταν, στον ίδιο θάλαμο με αυτόν υπήρχαν και άλλοι εννέα ασθενείς. Ένας από αυτούς ήταν όχι απλώς δύστροπος, αλλά «θηρίο». Ύβρεις, φωνές, θυμοί, εκρήξεις, ήταν το καθημερινό «πρόγραμμα» του θαλάμου. Του έφταιγαν όλοι και όλα και τα έβαζε με όλους και με όλα. Οι άλλοι ασθενείς δυσφορούσαν και αγανακτούσαν και πολλές φορές είχαν σκεφθεί να τον κτυπήσουν.

Το Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού τότε κατακλυζόταν από αφοσιωμένες αδελφές νοσοκόμες. Μία από αυτές μπαίνει μία ημέρα στο θάλαμο, πλησιάζει τον ασθενή αυτό και του λέει: «Επειδή πρόκειται να κάνετε κάποια εξέταση, πρέπει προηγουμένως να φάτε αυτό το γιαούρτι». Προφανώς, λόγω του δύστροπου και αντιδραστικού χαρακτήρος του, απέφυγε τη λέξη φάρμακο και για πιο μαλακά , ονόμασε… «γιαούρτι», το βαριούχο πολτό ή κάποια άλλη ουσία. Αυτός αρνείται, βρίζει και αποπέμπει απότομα την αδελφή. Έρχεται η Προϊσταμένη. Προσπαθεί να τον πείσει. Καθαρή ματαιοπονία. Εισπράττει και αυτή αρκετό υβρεολόγιο και φεύγει.

Καλεί στο γραφείο της η Προϊσταμένη μία νεαρότατη αδελφή, η οποία είχε εδικό τάλαντο να μεταχειρίζεται τους δύσκολους. Της μιλά για τον ασθενή αυτό και της αναθέτει να τον αναλάβει, ελπίζοντας ότι ίσως αυτή τον καταφέρει. Η νεαρή αδελφή, με ένα αγγελικό πρόσωπο, πλησιάζει τον ασθενή και του λέει με πηγαία γλυκύτητα και καλοσύνη, με γλώσσα μελιστάλακτη: «Σας παρακαλώ πολύ, πάρα πολύ, να φάτε αυτό το γιαούρτι, διότι είναι αναγκαίο για την εξέταση». Αυτός, εκνευρισμένος από την τόση επιμονή των αδελφών, τη βρίζει περισσότερο και με εντονότερη φωνή απ’ ότι τις προηγούμενες. Αυτή ήρεμη και ατάραχη συνεχίζει τις παρακλ

ήσεις. Ο ασθενής εξαγριώνεται πιο πολύ πλέον. Η αδελφή δεν φεύγει. Με πολλή γλυκύτητα και καλοσύνη εξακολουθεί να παρακαλά. Σε μια στιγμή επιχειρεί την τελική «επίθεση»: «Ελάτε τώρα, κάντε μου τη χάρη, σας παρακαλώ πολύ, πάρα πολύ, ανοίξτε το στόμα σας και πάρτε την πρώτη κουταλιά». Τότε αυτός, έξαλλος και βράζοντας από θυμό, αρπάζει από τα χέρια της τον κεσσέ και της τον πετάει στο πρόσωπο. Η αδελφή, χωρίς να πει λέξη, χωρίς καν να σκυθρωπάσει, φεύγει. Μετά από λίγα λεπτά, αφού πλύθηκε και καθαρίσθηκε, επανέρχεται με άλλο κεσσέ. Ηρεμότατη, χαμογελαστή, γεμάτη γλυκύτητα, αποτείνεται πάλι στον άρρωστο: «Εσύ έκανες αυτό το οποίο ήθελες. Έκανες το δικό σου. Τώρα δε θα κάνεις και τη δική μου χάρη; Δε θα φας το γιαουρτάκι σου; Θα μου κάνεις τη χάρη, δεν είναι έτσι; Το βλέπω ότι θα μου την κάνεις. Είμαι βεβαία ότι δε θα μου αρνηθείς. Ξέρω, δεν είσαι κακός. Έλα, λοιπόν, κάνε μου τη χάρη. Άνοιξε το στόμα σου…».

Όλοι οι ασθενείς του θαλάμου είχαν μείνει έκθαμβοι, εμβρόντητοι, εκστατικοί. Αλλά και το «θηρίο» υπέκυψε. Δαμάσθηκε! Συγκλονισμένος και κατάπληκτος ο ασθενής, με έκδηλη ταραχή και με δάκρυα στα μάτια, ατενίζει την αδελφή και κραυγάζει με σπασμένη φωνή: «Τι είσαι συ, παιδί μου; Είσαι άνθρωπος εσύ; Λέγε μου είσαι άνθρωπος ή κάτι άλλο;…» από τη στιγμή εκείνη τα πάντα αλλοιώθηκαν στην ψυχή του «θηρίου». Η ζωή του μεταβλήθηκε τελείως. Έγινε άλλος άνθρωπος. Έγινε αρνί του Θεού….

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Η χαρά του Χριστιανού», έκδ. Σταμάτα 2018, σελ.385 – 387).

 

Subscribe to Email